Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

9 Ι Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ

Η ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στην παραγωγή της γλώσσας και στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό είναι το ότι τα γλωσσικά συστήματα περιέχουν έναν πεπερασμένο αριθμό γλωσσικών μοντέλων και είναι ανεξάρτητα από τις φράσεις ή λέξεις όπου εμφανίζοντα ι. Αντίθετα, στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, κανενός είδους σημειωτική θεωρία δεν μπορεί να αποφασίσει εκ των προτέρων για τη μορφή και το νόημα των μοντέλων που εξετάζει, ούτε μπορεί να προδιαγράψει το ότι ο αριθμός τους είναι πεπερασμένος Επομένως, ο επιδιωκόμενος σημαίνοντας πλούτος μιας σχεδιασμένης μορφής, εξαρτάται καθοριστικά από την ευαισθησία του αρχιτέκτονα να αντιλαμβάνεται διαφοροποιήσεις των στοιχείων του σχεδίου του και ακόμη περισσότερο να εισάγει συνεχώς νέες βάσεις για τέτοιες διαφοροποιήσεις Επομένως, ο επιδιωκόμενος σημαίνοντας πλούτος μιας σχεδιασμένης μορφής, εξαρτάται καθοριστικά από την ευαισθησία του αρχιτέκτονα να αντιλαμβάνεται διαφοροποιήσεις των στοιχείων του σχεδίου του και ακόμη περισσότερο να εισάγει συνεχώς νέες βάσεις για τέτοιες διαφοροποιήσεις

'Θεωρώντας την αρχιτεκτονική ως αποτέλεσμα μιας διανοητικής διαδικασίας, λόγω του ότι πραγματεύεται τον κόσμο των αλλαγών [αφού εκείνος αποτελεί το υλικό της εργασίας της] και έχοντας υπόψη ότι, όπως και τα μαθηματικά ή η μουσική, είναι μη λεκτικό ιδίωμα, η αρχιτεκτονική εκφράζει ιδέες και δεν είναι ολοκληρωτικά ανταλλάξιμη με την ομιλούμενη γλώσσα [η αρχιτεκτονική απευθύνεται στις αισθήσεις, στην αντίληψη και σε μια ευφυΐα, η οποία δεν είναι ολοκληρωτικά νοητική].'
[Σπύρος Παπαδόπουλος, 'Post Polis']

Στη γλώσσα, οι φράσεις είναι τα συστήματα και το κατώτερο σύστημα αποτελείται από τις ελάχιστες ενότητες με σημασία, που αντιστοιχούν στις λέξεις. Ακόμη, στη γλώσσα υπάρχει και το φωνητικό σύστημα των λέξεων, το οποίο αντιστοιχεί στα γράμματα. Τα δύο αυτά συστήματα της γλώσσας συμπληρώνουν έναν πεπερασμένο αριθμό μοντέλων γνωστής φύσης, ανεξάρτητων από τις φράσεις όπου εμφανίζονται Αντίθετα, στο σχεδιασμό δεν μπορεί να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο εκ των προτέρων.

Κάθε νόημα έχει ένα λεξικό συστατικό, που ακολουθεί τη μορφή όπου αυτή εμφανίζεται, ένα συστατικό θέσης, που εξαρτάται από τη συγκυρία όπου εμφανίζεται η μορφή και είναι σχετικά ανεξάρτητο από τη μορφή την ίδια, και ένα συστηματικό συστατικό, που εξαρτάται από το σύστημα όπου ανήκει η μορφή και είναι σχετικά ανεξάρτητο τόσο από τη μορφή την ίδια όσο και από τη συγκυρία όπου αυτή εμφανίζεται.

Το ερώτημα δεν είναι μόνο τεχνικό αλλά και ουσιαστικό : ποια είναι η σχέση ανάμεσα στα συστήματα σημασίας που χρησιμοποιεί η επιστημονική ή μεταφορική ανάγνωση του νοήματος της αρχιτεκτονικής και στα συστήματα σημασίας που χρησιμοποιούν οι αρχιτέκτονες..;

Το νόημα είναι η αφετηρία, το υλικό και το μέσο του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού. Οι αρχιτεκτονικές μορφές προσφέρονται ως ελεύθερες επιφάνειες, ορίζοντας ένα καθαρό περιεχόμενο, δυνητικά άπειρο, και ένα πλαίσιο που κατευθύνει τις οπτικές γωνίες. Το μεταξύ τους κενό ορίζεται ως ένα ρευστό περιβάλλον, το οποίο επιτρέπει να δει κανείς αυτό που περιλαμβάνει, χωρίς όμως μέσα από αυτή τη διαδικασία να αντιλαμβάνεται ποτέ το ίδιο. Με τον τρόπο αυτό διαμορφώνεται μια 'κουλτούρα του αμφιβληστροειδούς και η αρχιτεκτονική 'ισορροπία' ταλαντεύεται μεταξύ της φύσης και της ύλης.

Σύμφωνα με την θεωρία του Bonta, η σημαίνουσα μορφή βρίσκεται σε συνεχή αντιπαράθεση με τη φυσική μορφή, οι οποίες χαρακτηρίζονται αντίστοιχα από ενδεχόμενη αμφισημία και πολυσημία και συντίθενται από μια σειρά χαρακτηριστικών Μερικά από τα χαρακτηριστικά των φυσικών μορφών αναφέρονται στο νόημα ή και παράγουν νόημα, ενώ αντίστοιχα το ίδιο το νόημα έχει σχετικότητα που προσδιορίζεται από αξίες. Όλες αυτές οι έννοιες συνδέονται μεταξύ τους σε αυτό που ο Bonta ονομάζει 'μοντέλο σημασίας', το οποίο αποτελεί συστατικό ενός ευρύτερου συστήματος ανάλογου με αυτό που στη λογική ονομάζεται 'σύμπαν του λόγου'.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν τις βάσεις για μια θεωρία του νοήματος σε όλες τις κλίμακες του σχεδιασμού και προσφέρουν στον αρχιτέκτονα μια σειρά από έννοιες και συμπεράσματα, που του είναι πολύτιμα όταν 'παράγει' το νόημα του αντικειμένου που σχεδιάζει.

'Το να καταλάβει κανείς ακριβώς τι είναι αυτή η σφαίρα του νοήματος που προκύπτει από τα συμφραζόμενα και το να μάθει να τη χρησιμοποιεί μ' έναν έξυπνο τρόπο, είναι αναπόφευκτα βήματα στην εκπαίδευση του αρχιτέκτονα.'
[J. Bonta, 'Notes for a Theory of Meaning in Design']

Ο δημιουργικός σχεδιασμός είναι αδύνατος, αν δεν απελευθερωθεί ο αρχιτέκτονας από τα κλισέ, που είναι ενσωματωμένα σε όλες τις λεκτικές προσεγγίσεις του νοήματος. Αυτό συμβαίνει γιατί η αναγνώριση μιας μορφής δεν εξαρτάται τόσο από τις εξωτερικές της ιδιότητες ή από την ομοιότητά της σε ορισμένα λεξικά στερεότυπα, αλλά από τις σχέσεις της με τις άλλες μορφές του συστήματος. Έτσι, όλες οι προσπάθειες να διαχωρίσει κανείς και να απομονώσει το 'λεξικό' νόημα είναι καταδικασμένες, καθώς μόνο οι πολύπλοκες σχέσεις θέσης είναι εκείνες που τελικά καθορίζουν το συνολικό νόημα της αρχιτεκτονικής μορφής.

Πιο συγκεκριμένα, η μετάβαση από το 'επίπεδο εκδήλωσης' στο 'επίπεδο επιφάνειας' συνεπάγεται μια 'μορφολογική άρθρωση' ανάμεσα στα δύο αυτά επίπεδα, στα αφηγηματικά γεγονότα και στις μορφές της παρουσίασής τους, ενώ η μετάβαση από το 'επίπεδο βάσης' στο 'επίπεδο εκδήλωσης' συνεπάγεται μια άρθρωση 'λογικο-σημαντική' ανάμεσα στο σταθερό και μόνιμο στοιχειώδες αρχιτεκτονικό μοντέλο και στις παραλλαγές με τις ποικιλόμορφες εκδηλώσεις του, που συνιστούν τα κάθε λογής σενάριά του. Με τη σειρά του ο χώρος, ως το πλέον 'συνεχές' και 'αντικειμενικό δεδομένο της πραγματικότητας, 'τεμαχίζεται' συστηματικά, για να εκτεθεί και να συντονιστεί στις αφηγήσεις του αρχιτεκτονικού έργου, ώστε οι ιδιότητές του να γίνουν στοιχεία του μύθου του έργου. Για την ακρίβεια, ο χώρος αποτελεί μια καθοριστική συνιστώσα για τη δόμηση και την αναγνωσιμότητα κάθε συνολικής αφήγησης, αλλά και κάθε επιμέρους σχεδιασμένου πλαισίου μέσα στην αφηγηματική συνέχεια.

Αν ξεχάσει κανείς για μια στιγμή το δεδομένο νόημα του αρχιτεκτονικού έργου, θα διακρίνει στο έργο ένα άθροισμα από 'αρχιτεκτονικές ιδιοτροπίες', τη συνείδηση μιας ολότητας επέκεινα ενός νοήματος. Αυτή η συνείδηση συσχετίζεται με δύο αντικρουόμενους τρόπους χρήσης μιας έκφρασης. Το μη-νόημα είναι συνήθως μια απλή άρνηση, το λέμε για ένα αντικείμενο ή για ένα φαινόμενο που τείνει να καταργηθεί. Η πρόθεση που απορρίπτει αυτό που στερείται νοήματος είναι, στην πραγματικότητα, η άρνηση να θεωρείται το έργο ολοκληρωμένο Όμως, αν πούμε μη-νόημα με την αντίθετη πρόθεση, αναζητούμε ένα αντικείμενο ελεύθερο νοήματος, που εκφέρει την κατάφαση μέσα στην οποία φωτίζεται και προσλαμβάνει την αντιφατικότητα των φαινομένων. Η ιδέα της 'ελευθερίας' του έργου δεν είναι απλώς, όπως διαπίστωσε ο Καντ, 'η πραγματική πέτρα του σκανδάλου' ['Κριτική του Καθαρού Λόγου', Β476], αλλά συγχρόνως η πέτρα που συμπαρασύρει αυτή την ιδέα στην άβυσσο.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου